
Επέστρεψε στην Αθήνα το 400 π.Χ και άνοιξε σχολή ρητορικής. Η φήμη της σχολής εξαπλώθηκε τόσο ώστε αναφερόταν ως το "πανεπιστήμιο της Ελλάδας" και προσέλκυσε μαθητές από όλες τις γωνιές του ελληνόφωνου κόσμου που πολλοί από αυτούς έγιναν σημαντικοί ηγέτες της εποχής του. Μερικοί από τους μαθητές του ήταν οικότροφοι του φιλοσόφου επί έτη, και όταν έφθανε η στιγμή να αποχωρισθούν το δάσκαλό τους, για να αναχωρήσουν για τις πόλεις τους και τις οικογένειές τους, έκλαιγαν. Στη σχολή του δεν δίδασκε μόνο την ευρυθμία και την περίτεχνη σύνθεση του λόγου, αλλά και πολιτικά. Γι' αυτό οι λόγοι του είναι υψηλοί, μεγαλόπρεποι και πανελλήνιας σημασία και ενδιαφέροντος. Ενώ για την εξωτερική πολιτική προέτρεπε την κατάκτηση των βαρβάρων λαών, για την εσωτερική, προτιμούσε τη δημοκρατία από την ολιγαρχία, επαινούσε τον Περικλή, όμως θαύμαζε τον Σόλωνα. Ο Κικέρωνας αναφέρει πως "το σπίτι του Ισοκράτη για την Ελλάδα ένα γυμναστήριο και ένα εργαστήριο ευγλωττίας".
Αν και ποτέ δεν ασχολήθηκε με την πολιτική. Εντούτοις ήταν αντικειμενικός κριτής και ίσως απο τους πρώτους που είχε μέσα στο μυαλό του την πανελλήνια ιδέα. Στους λόγους του απέφευγε συνήθως να είναι επικριτικός αλλά κατέφευγε σε συμβουλές για ομόνοια και συνένωση όλων των Ελλήνων προς αντιμετώπιση των βαρβάρων. Όταν αντιλήφθηκε ότι οι προτροπές του σε Σπάρτη,Αθήνα,Θήβα και Κόρινθο για κοινή αντιμετώπιση των Περσών δεν έπιαναν τόπο λόγο πολιτικών διαφωνιών που υπήρξαν μεταξύ των πόλεων στράφηκε στο Φίλιππο της Μακεδονίας θεωρώντας τον ως τον μόνο ικανό να διεξάγει τον αγώνα.
Ο Ισοκράτης πέθανε το 338 π.Χ στην ηλικία των 98 χρόνων λίγο μετά την μάχη της Χαιρώνειας και τάφηκε με τιμές σε έναν λόφο στις Κυνοσαργές όπου υπήρχε τάφος της οικογένειας του.